Τελευταία Νέα
Home / Ιαματικές πηγές

Ιαματικές πηγές

Kύθνος ή αλλιώς Θερμιά

Η Κύθνος στους νεώτερους χρόνους πήρε το δεύτερο όνομά της, «Θερμιά», απ” τις ζεστές ιαματικές πηγές, οι οποίες βρίσκονται στον γραφικό όρμο Λουτρά, στην βορειοανατολική πλευρά του νησιού.

Τα Λουτρά λοιπόν που τα τελευταία χρόνια έχουν αξιοποιηθεί τουριστικά φιλοξενούν τις μοναδικές ιαματικές πηγές των Κυκλάδων. Πρόκειται για δύο θερμές πηγές. Η μία, των Αγίων Αναργύρων, είναι αλατούχα και βρίσκεται μέσα στο υδροθεραπευτήριο που λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια προσελκύοντας μεγάλο αριθμό επισκεπτών. Η δεύτερη, η επονομαζόμενη πηγή του Κάκαβου, βρίσκεται σε απόσταση 50 μ. από την πρώτη, περιέχει ιωδιούχο, βρωμιούχο και χλωριούχο νάτριο και η θερμοκρασία της φτάνει τους 52 βαθμούς Κελσίου.. Έχει αποδειχθεί ότι τα νερά των πηγών ενδείκνυται για τη θεραπεία ρευματικών, αρθριτικών και γυναικολογικών παθήσεων. Το υδροθεραπευτήριο των λουτρών, είχε επισκεφθεί στο παρελθόν ο βασιλιάς Όθωνας και η σύζυγός του Αμαλία.

Οι ιαματικές πηγές μέσα στο χρόνο
Κανείς από τους αρχαίους συγγραφείς δεν αναφέρεται στις ιαματικές πηγές της Κύθνου. Η χρήση τους λοιπόν δεν ήταν γνωστή στην αρχαιότητα, παρά το γεγονός ότι στο Αρχαιολογικό Μουσείο υπάρχει ανάγλυφο του 4ου π. Χ. αιώνα που παριστάνει την υποδοχή του Ασκληπιού από κάποιον τοπικό ήρωα και δηλώνει ότι πιθανότατα υπήρχε ήδη από τα ύστερα χρόνια κάποιο ιερό στη θέση των θερμών πηγών.

Από την άλλη πλευρά, η εκδοχή ότι δημιουργήθηκαν από ισχυρή έκρηξη του νεκρού τώρα ηφαιστείου, του Σωρού, στους ρωμαϊκούς ή βυζαντινούς χρόνους, μάλλον φαίνεται τολμηρή.

Το πιθανότερο είναι ότι υπήρχαν μεν στην αρχαιότητα, αλλά δεν χρησιμοποιούνταν παρά μόνο κατά τους ρωμαϊκούς ή βυζαντινούς χρόνους. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν οι αρχαιολόγοι λόγω της ύπαρξης διαφόρων ευρημάτων: ενός πλίνθινου λουτήρα, στον οποίο διοχέτευε νερό ένα αυλάκι που ερχόταν από την πηγή των Αγ. Αναργύρων, πέντε τάφων γύρω από τις πηγές καθώς και ενός μικρού γυάλινου αγγείου.

Όλα αυτά τα στοιχεία μαρτυρούν ότι η χρήση των λουτρών γίνονταν και σε εποχή κατά την οποία ο χριστιανισμός δεν ήταν ακόμα διαδεδομένος στη Κύθνο.

Τα ερείπια των αρχαίων λουτήρων ήταν εμφανή μέχρι το 1782. Τότε ένας ντόπιος αρχιτέκτονας, ο Κωνσταντίνος Ζανάκης, με την επιμέλεια του Νικολάου Μαυρογένη διερμηνέα του τουρκικού στόλου, και με δαπάνες της κοινότητας των Μεσσαριωτών, έχτισε θολοσκεπή δεξαμενή αντί λουτήρα και αποδυτήριο στην πηγή των Αγ. Αναργύρων.

Υπάρχει δε από τότεμια εντοιχισμένη επιγραφή στην οποία αναγράφεται: ¨»Οικοδομή δι’ εξόδων και δαπάνης του ενδοξότατου πανευγενεστάτου και περιβλέπτου άρχοντος δραγουμάνου του μεγάλου στόλου κυρίου Νικολάου Μαυρογένους. ΑΨΠΒ Ιουλίου 28 ΚΗ»

Το πολύτιμο «κακκάβειον ύδωρ» έμενε παραμελημένο από τους Κύθνιους . Πίστευαν ότι εκεί κάτω στις πηγές αυτές εργάζονταν οι διάβολοι της κόλασης και ότι τα Κόκκινα, όπου βρίσκονταν οι θερμές πηγές, ήταν η κατοικία των νεράιδων τις οποίες πολλοί από τους ντόπιους βεβαίωναν ότι τις είδαν να χορεύουν και να τραγουδούν.

Οι ντόπιοι χρησιμοποιούσαν τις πηγές για το πλύσιμο και το πάτημα όπως οι ίδιοι λένε των μάλλινων κυρίως χειροποίητων κουβερτών αλλά και χαλιών.

Την σπουδαιότητα και τον θεραπευτικό χαρακτήρα των θερμών πηγών της Κύθνου διαπίστωσαν πρώτοι οι γερμανοί γιατροί και χημικοί, που ήρθαν στην Ελλάδα μαζί με τον Όθωνα.

Με δικές τους συστάσεις και με επιστημονικό τρόπο οικοδομήθηκε η δεξαμενή της πηγής των Αγ.Αναργύρων το 1838, αφού πρώτα, το 1830 και το 1833, έγιναν χημικές αναλύσεις που απέδειξαν τις ιαματικές δυνατότητες των πηγών.
Το 1836 έφθασε στην Κύθνο ο βασιλικός αρχιτέκτονας Christian Hansen, ο οποίος έφτιαξε τα σχέδια του συγκροτήματος των ιαματικών λουτρώνμαζί με τον βοηθό του Laurent.. Επιθυμία της κυβέρνησης, ύστερα από εισήγηση της ιατρικής σχολής, ήταν να εκσυγχρονισθούν οι εγκαταστάσεις.

Στόχος τους ήταν η ανέγερση μιας κατασκευής που να αποτελείται από ιδιαίτερα λουτρά κοντά στις πηγές και από υγιεινά και κατάλληλα δωμάτια διαμονής των ασθενών, εναρμονισμένα με το οικοδόμημα των λουτρών.Εντέλει δεν έχτισε ο ίδιοςο Hansenαυτά τα κτίρια, γιατί είχε αναλάβει να σχεδιάσει το Πανεπιστήμιο στην Αθήνα, που είχε αρχίσει το 1836 και ολοκληρώθηκε το 1864. Την εκτέλεση του σχεδίου που ξεκίνησε το 1839, ανέλαβε ο Laurent.